Φωνές από το δάσος του Συγγρού

Γράφει ο Δημήτρης Μασούρης – Δημοσίευση από Αμαρυσία 

dscn0603

Τα μαγιάτικα πρωινά μέσα στο δάσος του Συγγρού έχουν κάτι το ξεχωριστό. Η φύση προσπαθεί να αναλάβει έπειτα από το σκληρό χειμώνα και τα καταφέρνει, καταβάλλοντας όλες τις δυνάμεις, που τις απόμειναν. Το χώμα παίρνει το φυσικό του χρώμα στεγνό, όχι όμως αφυδατωμένο και φρυγμένο. Ο ήλιος δεν έχει καταφέρει και είναι νωρίς ακόμη να το καβουρντίσει.

Ένα τέτοιο πρωινό ανοιξιάτικης ώρας είναι χάρισμα να σου το προσφέρει η φύση και συ να μην αποδέχεσαι την προσφορά της. Είναι η ώρα, που η νυχτερινή ατμίζουσα ομίχλη παίρνει τη μορφή άχνης πάνω στα φύλλα και σε λίγο σταγόνες θα κυλήσουν διστακτικά πάνω στο μόσχο των βλαστών. Οι φωλιές των μυρμηγκιών έχουν ολόγυρά τους υψώσει το προστατευτικό τους οχύρωμα και οι φρουροί της πηγαινοέρχονται βιαστικά, προσεγγίζοντας ο ένας τον άλλο, συνεννοούμενοι με τις κεραίες τους για τον παρείσακτο επισκέπτη.

Καταπράσινα τα βάτα και οι λυγερόκορμες καλαμιές αναπνέουν την άπνοη ώρα, ενώ οι θάμνοι ολόγυρα, τα φιδόχορτα με τους λευκόκροκους κάλυκές τους, τα τριποστάχυα, τα χαμομήλια, οι μαργαρίτες, οι παπαρούνες, τα γυαλιστερά λάπαθα, οι αμυγδαλιές με τα πράσινα τσάγαλά τους καμαρώνουν στην ανοιξιάτικη πράσινη φρέσκια αμφίεσή τους. Δίπλα η σταυρωτή στέρνα, αυτό το θαυμάσιο αρχιτεκτόνημα του δάσους, γεμάτη νερό βαλτωμένο, περιμένει το μάταιο κάλεσμα του νεροκράτη ν’ αναλαφρώσει το νερό της, τρόμος στα πανέμορφα πολύχρωμα νερόφιδά της. Χαρούμενες οι πικροδάφνες ρίχνουν τους κλώνους τους πάνω στα γλοιώδη νερά. Δίπλα μια βρύση αργοστάζει ικανή να χαράξει ένα αυλάκι σιγανό συντροφιά στο σιωπηλό κελάρυσμά του, το τραγούδι του αηδονιού, που είναι κρυμμένο εκεί κοντά στα ανθισμένα φυλλώματα. Το κελάηδημά του σε οδηγεί σ’ αλλοτινούς χρόνους, ξέγνοιαστους, μακρυά από το θόρυβο της πόλης, που σείεται λίγο παρακάτω στην ασφαλτόστρωτη δημοσιά από την κυκλοφορία πεζών και τροχοφόρων.

Άλλη η ποιότητα της ζωής εδώ. Η βοή της πόλης δεν εξουδετερώνει τη θύμηση ότι επιμένει να σε προσμένει. Λίγα βήματα πιο πέρα ένας τσαλαπετεινός ανασκαλεύει το χώμα, για να βρει την ευτυχία της δροσερής λιχουδιάς σ’ ένα σκουλήκι, που θα ανασύρει.

Μυριάδες τερετίσματα, ρεκάσματα, τιτιβίσματα πουλιών πάνω στα δέντρα, τους θάμνους, τις στέγες, που φωλιάζουν κοτσύφια, δεκαοχτούρες, σπουργίτια, κοκκινολαίμηδες, τσίχλες ακούγονται παντού από τη Μηχανή ως το Τερέν, από τον Περιστεριώνα μέχρι το Ταβανάκι, από τα Καισάρια μέχρι τη Σταφίδα και το πηγάδι του Παπασταμάτη πέρα από τον τούρκικο δρόμο. Σκαρφαλωμένα πουλιά στα κλαδιά, λεύτερα απολαμβάνουν τις όμορφες στιγμές της ηρεμίας, πριν αρχίσει η κοσμική κίνηση της αλλοίωσης της γαλήνης του δάσους. Εκείνη εξιτάρεται βάναυσα ακόμη και από την επίσκεψη των σκύλων, αδέσποτων και αγκαζαρισμένων, με δίτροχα και άλλα μηχανάκια, που πληγώνουν τη βίωση του φτερωτού κόσμου και τον κάνουν να συμπαρασύρεται σ’ ένα τσουνάμι φόβου γρήγορης απέλπιδας φυγής. Τότε το δάσος έχει άφθογγη παρουσία, προσομοιασμένη με δάση μυστηρίων, που θυμίζουν τα αναγνώσματά μας από τα μυθιστορήματα γάλλων ή άγγλων συγγραφέων των παιδικών μας χρόνων.

Και η όμορφη ιδέα περί μεταβολής τους δάσους του Συγγρού σε αντίστοιχο εκείνου του δάσους της Βουλώνης των Παρισίων του αείμνηστου Ανδρέα Ζαγκλή χωρίς να υπάρχει ισόμοια άλλη στον ορίζοντα έχει οριστικά ναυαγήσει;

Ωστόσο διαφορετική χαράζεται η τύχη των ερπετών. Μία χελώνα βρήκε κάπου πεταμένο ένα μισοφαγωμένο μήλο από τους χτεσινούς επισκέπτες σπάνιο εύρημα τροφής –όχι μόνο για τα ερπετά αλλά και τα πτερωτά– και το απολαμβάνει ηδονικά, χουχουτίζοντας πρωτόγνωρο τραγούδι σα φυσερό καλιγωτή, ενώ ένας σκαντζόχοιρος, χαρούμενος με ελαφρύ γρυλλισμό αγκομαχητού μεταφέρει με το μυτερό ρύγχος του ένα αποσυνθεμένο κουφάρι γουστέρας στη φωλιά του προσφάι στα μικρά του.

Μια ανοιξιάτικη ηλιαχτίδα διέσχισε πείσμονα τις υψηλές κορφές των κυπαρισσιών, διαπέρασε τις πυκνές πευκοβελόνες ανενόχλητα, παραμέρισε τα μπλάβα στιφά σκίνα κι έπεσε πάνω στη βραχόπετρα, ζεσταίνοντάς την ευεργετικά. Εκεί κοιμόταν ναρκωμένη από το χειμώνα μια καλοθρεμμένη δεντρογαλιά, που μόλις ένιωσε το ζεστό χάδι της άνοιξε τα καφετιά της μάτια. Είχαν καλυφτεί από το πυκνό μόλις τελειωμένο δίχτυ της αράχνης. Καμώθηκε την αδιάφορη, έπειτα σύριξε και αμέσως όρμησε με το πεινασμένο γλωσσίδι της αγκίστρωσε την αράχνη, αυτήν την όμορφη λιχουδιά για την έναρξη της νέας εποχής.

 Ένας ξερικός γεροβάτραχος κοντά στη φιδωτή λίμνη κοάζει, αναζητώντας έντομα, που κρύβονται βαθιά στους κάλυκες των λουλουδιών. Άλλη φάση της θείας γαλήνης στη μαγιάτικη φύση. Πάνω ψηλά στο γαλανό ουρανό ένα σμάρι λευκά περιστέρια ανεμίζει κοπαδιαστά αλλά πειθαρχημένα τα φτερά του. Η φύση έχει πιει τόσο φως, που το ανταποδίδει χορτασμένη στους επισκέπτες της.

Θα ’σαι τυχερός μέσα στην απόλυτη ηρεμία ν’ ακούσεις την αηδονική καντσονέτα της Σταυρωτής Στέρνας να σου κελαηδεί λες το τραγούδι του Γιόχαν Στράους «Συ της καρδιάς μου ο θησαυρός», που θα ταιριάζει απόλυτα στην αγάπη τη δική μας προς αυτό το θησαυρό του δάσους, που μας κληροδότησε ο μεγάλος μας ευεργέτης. Ένας πρωινός περίπατος τώρα μέσα σ’ αυτό θα σας πείσει, χαρίζοντάς σας πλουσιοπάροχα τα οφέλη του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.