Ο Φεβρουάριος του 1944 υπήρξε για το Μαρούσι φοβερός. Ο ουρανός μολυβής, πάντα συννεφιασμένος και κρύος, χιονιάς περόνιαζε ως το κόκκαλο. Οι Γερμανοί δεν είχαν ακόμα αναχωρήσει και μέσα στο δασόκτημα Συγγρού.

 Είχαν τοποθετήσει πλήθος μικρών οικισμών για να δεχτούν ίσως άλλες μονάδες στρατιωτικές, που θα κατέφθαναν από την Κρήτη. Υπήρχε ακόμη γερμανικός καταυλισμός με αυτοκίνητα και πετρέλαια προς το μεγάλο γήπεδο, το Ταβανάκι, το Τεραίν και γύρω από το παλάτι Συγγρού. Τα συμμαχικά αεροπλάνα (αγγλικά) ειδοποιημένα από Έλληνες μαρουσιώτες σαμποτέρ δεν κατάφερναν να πλήξουντους στόχους μέσα στο δάσος. Η Ελληνική Γεωργική Εταιρία του Αγροκηπίου Αναβρύτων λειτουργούσε, όπως και οι άλλες δημόσιες ή ιδιωτικές υπηρεσίες, αλλά επιταγμένη. Διατήρησε το προσωπικό της, αλλά τα προϊόντα του αγροκηπίου εκτός των παραγομένων πριν φθάσουν στις αγορές κατάσχονταν από τους Γερμανούς και ο λαός της Αθήνας και του Αμαρουσίου αποδεκατίζονταν από την πείνα και το κρύο.

Οι Μαρουσιώτες αντιμετώπιζαν τους ολέθριους αυτούς προαγγέλους του θανάτου από την πείνα με τις λαχανίδες. Το λάδι ήταν περιζήτητο. Τότε παρουσιάστηκε φύλακας άγγελος ο ευπατρίδης Τζων Βορρές. Άνοιξε τις αποθήκες του και μοίραζε καθημερινά το πρωί μια κουταλιά λάδι, και προϊόντα του κτήματός του, στους έχοντες ανάγκη. Έζησε πολύ κόσμο. Αυτόν τον άγιο άνθρωπο ο τόπος μας δεν τίμησε ακόμη, όπως θα έπρεπε. Κρίμα!

Όσο για το κρύο στο Μαρούσι αντιμετωπίστηκε με την κοπή των δένδρων. Οι ελιές δεινοπαθούσαν, οι συκιές πετσοκόφτηκαν, οι μουριές χάθηκαν από τους δρόμους, τα κυπαρίσσια κόπηκαν, τα πεύκα τεμαχίστηκαν. Χρήσιμα δένδρα κάηκαν, στα τζάκια ακόμη και τα αθάνατα κάηκαν κι αυτά. Όλο το λεκανοπέδιο και ιδιαίτερα η Αθήνα είχε ανάγκη από ξύλα. Αυτά ήταν η πρώτη πηγή ενέργειας. Οι Μαρουσιώτες κλάδεψαν τα δένδρα τους, δεν έφθαναν κι αυτά. Προμηθεύονταν ξύλα από τα γύρω βουνά με τα περιβόητα σιδερένια καροτσάκια τους, τα λεγόμενα στούκας. Έκοβαν τα δέντρα, πεύκα ως επί το πλείστον, τα φόρτωναν στα καρότσια τους, τα έφερναν στο Μαρούσι, τα τεμάχιζαν και με τα κάρα, τις άμαξες και άλλα χειροκίνητα με δυο ρόδες καρότσια τα μετέφεραν στην Αθήνα, για να τα πουλήσουν εκεί. Όσοι όμως έφταναν, γιατί στη λεωφόρο Κηφισίας έβγαιναν οι Γερμανοί, έκαναν μπλόκο και ανάγκαζαν τους μαρουσιώτες (χαλαντραίους, κηφισιώτες κ.ά) να μεταφέρουν τα ξύλα στις μονάδες τους, κατάσχοντάς τα. Τους διαμαρτυρόμενους, τους γρονθοποδολάκτιζαν ανηλεώς και αιματόβρεχτους τους έβαζαν να κόβουν ξύλα μέχρι βαθιά μεσάνυχτα στην Κηφισιά, προπηλακίζοντάς τους, νηστικούς.

Τα πευκόφυτα μεγάλα κτήματα στο Μαρούσι δεινοπάθησαν. Οι εντεταλμένοι για τη φρούρηση τους κατέβαλαν τις μεγαλύτερες δυνατόν προσπάθειές τους για τη διατήρησή τους. Οι υλοτόμοι πήγαιναν κρυφά στα πλησιέστερα δάση. Συγγρού – Βορρέ – Μορτερό έκοβαν τη νύχτα τα δέντρα,  μάζευαν τα κλαδιά για να μη φαίνεται η καταστροφή που προκαλούσαν, έστρωναν φύλλα και πούσια στη θέση του δέντρου, για να μη φαίνεται η έλλειψή του.

Η Εαμιτική πρωτοβουλία φάνηκε τότε ωφέλιμη για το δάσος Συγγρού, όπως πληροφορούμαστε από μια συμβολαιογραφική πράξη -ένορκη βεβαίωση- τριών Αμαρουσιωτών ευκατάστατων νοικοκυραίων, που παρουσιάστηκαν στο διακεκριμένο συμβολαιογραφείο Βόντα (αριθμός 6706/1983 συμβολαίου) του Αμαρουσίου και ζήτησαν να καταθέσουν ενόρκως τα παρακάτω:

« Ορκιζόμεθα ενώπιον του Θεού ότι θέλομεν είπει ευσυνειδήτως την αλήθειαν χωρίς να παραλείψουμε ή να αποκρύψουμε τι και βεβαιούμεν ότι: Δεκέμβριος 1944. Ο εμφύλιος στην Αθήνα στο κορύφωμα του η πείνα ξανάκανε την εμφάνισή της, όπως και στην κατοχή, όλοι μας ζούμε τον εφιάλτη του εμφυλίου κάθε ένας μας ανήκει ή σε διάφορες πολιτικές παρατάξεις ή πουθενά. Όλοι μας έχουμε την ελπίδα ότι γρήγορα θα σταματήσει το κακό και θα γευθούμε τη λευτεριά και την ειρήνη που για τέσσερα χρόνια είχαμε χάσει από τους φασίστες επιδρομείς. Για να γίνει αυτό έπρεπε να επιβιώσουμε και υπήρχαν διάφοροι τρόποι για να το πετύχουμε αυτό. Ένας τρόπος επιβίωσης στην κατοχή ήταν και το κόψιμο των πεύκων από τα δασώδη μέρη της Αττικής, Βαρυμπόμπης, Τατόι, Κιούρκα, που μεταφέρονταν από τους ξυλοκόπους με καροτσάκια τα οποία έσερναν δυο και τρεις ακόμα με προορισμό την Αθήνα, πουλώντας τα στους φούρνους και στα σπίτια, γιατί είχανε σα κινητήριο δύναμη το ξύλο «γκαζοζέν», ταξί κλπ.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (Δεκέμβριος 1944) την ίδια τύχη είχαν και τα δάση που αγκάλιαζαν το Μαρούσι (Δάσος Μαγκουφάνας, Αγίας Παρασκευής, Μελισσίων κλπ.). Μέχρι τότε απείραχτο είχε μείνει το δάσος Συγγρού. Έπρεπε να σωθεί οπωσδήποτε, γιατί αποτελούσε το στολίδι και την ανάσα του Μαρουσιού και σώθηκε  και απείραχτο το παρέλαβε η Πολιτεία. Το πώς σώθηκε από την καταστροφή θα αναφέρουμε τώρα σαν φύλακες του, που ήμασταν τότε. Εμείς (αναφέρονται 5 Μαρουσιώτες τα αποσιωπητικά είναι δικά μας γιατί σημειώνονται συμπολίτες μας, που οι απόγονοί τους πιθανόν να μη γνωρίζουν τη δημοσίευση αυτή) με επικεφαλής τον (…), υπεύθυνο μέλος τότε της Λαϊκής Επιτροπής στο Μαρούσι, που με πείσμονες ενέργειες, που έκανε τότε στην Εαμιτική ηγεσία για τη διάσωση του δάσους του Συγγρού από την απειλούμενη καταστροφή, δέχτηκε αυτή τελικά να τον εφοδιάσει με όπλα και λίγα τρόφιμα τα οποία μας παρέδωσε και μας εγκατέστησε στο φυλάκιο του κτήματος με την εντολή α περιτριγυρίζουμε νύχτα – μέρα το δάσος προστατεύοντάς το από την καταστροφή. Και το πετύχαμε. Γιατί εκτός από τη δύναμη των όπλων που διαθέταμε, νιώθαμε ότι το δάσος μας έπρεπε να σωθεί, γιατί σα Μαρουσιώτες που είμαστε και οι πέντε το θεωρούσαμε δικό μας κτήμα, γιατί μέσα σ’ αυτό είχαμε μεγαλώσει με τις καλυτερες παιδικές αναμνήσεις είτε κολυπμώντας στις στέρνες του, είτε κυνηγώντας, είτε μαζεύοντας λουλούδια ή χόρτα, κρυφά πάντα από τον Κέρβερο φύλακα του κτήματος Στάμο Μασούρη.

Έτσι το βρήκαμε, έτσι το φυλάξαμε. Έτσι το παραδώσαμε στα παιδιά μας. Έτσι ελπίζουμε να το παραδώσουν και αυτά στα δικά τους. Την πράξη μας αυτή δεν την είχαμε φέρει στην επιφάνεια μέχρι τώρα, γιατί κάθε τέτοια Εαμιτική μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κολάσιμος ή και ξενοκίνητος ακόμη σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσαν οι τότε διοικούντες. Τώρα η πλάκα σηκώθηκε, η αλήθεια έστω και καθυστερημένα πρέπει να ειπωθεί…» Ο φύλακας Κέρβερος του κτήματος Στάμος Μασούρης έζησε όλες αυτές τις καταστάσεις καθώς υπηρετούσε στο αγροκήπιο των Αναβρύτων ως δασοφύλακας μέχρι το Φεβρουάριο του 1946, οπότε και απεχώρησε από την υπηρεσία ευθυτενής, κυπαρισσώδης, ρόδινος παρά την ηλικία του, αφού είχε διορισθεί επί της εποχής του Ανδρέα Συγγρού. Ο δε καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής αείμνηστος Β. Κριμπάς του ευχήθηκε υγεία και μακροζωία, ευχαριστώντας για τη μακροχρόνια προσφορά του στο κτήμα. Και παροπλισμένος ακόμη στις εσχατιές του βίου του ο μπάρμπα Στάμος δεν έπαυε να έχει την έγνοια του προς το κτήμα του μεγάλου Ευεργλετη. Έλεγε συχνά «Προσέχτε το δάσος, για  να σας προσέξει».

Δημήτρης Μασούρης

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Αμαρυσία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.